Κοσμογονία - Θεογονία

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ » Κοσμογονία - Θεογονία

Οι αρχαίοι Έλληνες, αυτοί οι μεγάλοι παραμυθάδες που τους διέκρινε απεριόριστο χιούμορ και αχαλίνωτη φαντασία, στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν κάποια φαινόμενα έπλεξαν άπειρους μύθους. Φυσικά, ασχολήθηκαν και με την αρχή του κόσμου και τη γέννηση των αμέτρητων θεών τους. Με την πλούσια φαντασία τους έφτιαξαν τεράστιες γενεαλογίες που φανέρωναν τους προγόνους των δώδεκα Ολύμπιων θεών, αλλά και όλων των μικρότερων που λάτρευαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. 

Επίσης, έπλασαν καταπληκτικούς μύθους που εξηγούσαν πώς ο Δίας και οι υπόλοιποι Ολύμπιοι κατέλαβαν την απόλυτη εξουσία στο ελληνικό πάνθεο.

Σύμφωνα με την αρχαιότερη παράδοση που μας αφηγείται ο Όμηρος, πατέρας των θεών ήταν ο Ωκεανός, που περικύκλωνε ολόκληρο το σύμπαν. Από το σμίξιμό του με τη σύζυγό του Τηθύ προήλθαν όλοι οι υπόλοιποι θεοί. Ο Ωκεανός παρουσιάζεται από τον Όμηρο σαν ένας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης γέροντας, με γλυκό χαμόγελο, ήσυχος, που ποτέ δεν παίρνει μέρος στους καβγάδες των θεών και κατοικεί μακριά από τη γη και τον Όλυμπο. Δυστυχώς όμως ο Όμηρος δε μας απαριθμεί τους απογόνους του Ωκεανού και της Τηθύος.

Πολύ πιο ολοκληρωμένος είναι ο μύθος που μας αφηγείται ο Ησίοδος στη "Θεογονία" του για την αρχή του κόσμου και την καταγωγή των θεών. Στην αρχή λοιπόν ήταν το Χάος, η Γη και ο Έρωτας. Αυτές οι τρεις πρωταρχικές θεότητες δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, απλώς εμφανίστηκαν η μία μετά την άλλη.Το Χάος ήταν θεοσκότεινο, μαύρο και άραχνο χωρίς κανένα ίχνος ζωής. Απόλυτη σιωπή βασίλευε παντού. Αυτό το τρομακτικό, αρχικό ον ήταν απέραντο· δεν είχε αρχή μήτε τέλος. Ήταν τόσο αχανές, ώστε αν κάποιος ζούσε εκείνη την εποχή και μπορούσε να πετάξει, θα πετούσε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να μπορέσει να φτάσει κάποτε σε κάποια κορυφή. Αλλά, και αν συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδή αν κάποιος άρχιζε να πέφτει στο κατάμαυρο κενό, το Χάος, θα έπεφτε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να φτάσει ποτέ του σε κάποιο τέλος.

Μέσα στην απεραντοσύνη του κοσμικού χρόνου προήλθαν κάποτε από το Χάος, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο ερωτικό σμίξιμο, δύο παράξενα όντα, το Έρεβος και η Νύχτα. Ήταν και αυτά τα όντα κατάμαυρα και σκοτεινά με τεράστιες φτερούγες. Θεόρατα και αλλοπρόσαλλα στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο ανοιγοκλείνοντας τα μαύρα μάτια τους, χωρίς να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ούτε κουβέντα. Η απόλυτη ησυχία και η μοναξιά συνέχισε να κυριεύει το σύμπαν. Η μόνη διαφορά τους από το Χάος ήταν ότι είχαν αρχή και τέλος. Ήταν βέβαια πελώρια και θα χρειάζονταν κάποιος να τρέχει μήνες ολόκληρες για να φτάσει από τη μια φτερούγα τους στην άλλη, σίγουρα όμως θα έβρισκε κάποιο τέλος.

Όλο αυτό το σκοτάδι και η σιωπή βασίλευαν μέχρι τη στιγμή που ο Έρωτας, η τελευταία από τις τρεις πρωταρχικές θεότητες, μπήκε ανάμεσα στα δύο φοβερά όντα. Με την επίδραση του Έρωτα άρχισε η απόλυτη ψυχρότητα να εγκαταλείπει τις δύο μυστήριες υπάρξεις. Αντάλλαξαν τις πρώτες τους κουβέντες και κατάφεραν έτσι να διώξουν την ατέλειωτη μοναξιά που τους κυρίευε τόσους αιώνες.

Και να σε λίγο που από την παράξενη αυτή σχέση ξεπετάχτηκε ο Αιθέρας. Αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολούσε το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν χαμογελαστός και πανέμορφος με τεράστιο σώμα, μα με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα. Άπλωσε τα τεράστια σκέλη του σ' ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότεινο Χάος.

Αλλά να που εμφανίζεται και μια άλλη παρόμοια θηλυκή θεότητα, η Ημέρα. Λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερούγες, έριξε αμέσως το αστραποβόλο βλέμμα της στον Αιθέρα και του χαμογέλασε. Αυτός μόλις αντίκρισε ένα παρόμοιο μ' αυτόν και φωτεινό πλάσμα χάρηκε πάρα πολύ.Τα δυο αδέρφια χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έφεραν την ευτυχία μέσα στον κόσμο. Έπαιζαν και κυνηγιούνταν μέσα στο απέραντο σύμπαν και κρύβονταν πίσω από τους τεράστιους μετεωρίτες. Συχνά, νευρίαζαν με τις σκανταλιές και τις φασαρίες τους, τους γερασμένους γονείς τους, που κατά βάθος όμως καμάρωναν για τα ολόλαμπρα παιδιά τους.

Ο Αιθέρας συμβόλιζε για τους αρχαίους το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το πιο καθαρό μέρος του αέρα. Η Ημέρα συμβόλιζε φυσικά τη μέρα, το τμήμα του εικοσιτετραώρου που είναι λουσμένο στο φως και διαδέχεται διαρκώς τη νύχτα.Λένε πως πολύ αργότερα προήλθαν μέσα από τα σκοτεινά σπλάχνα της Νύχτας ο Ύπνος και ο Θάνατος, δυο αδέρφια που τόσο στενή σχέση έχουν μεταξύ τους και με τους ανθρώπους, καθώς επίσης και η Απάτη με την Έριδα (Φιλονικία). Η Απάτη ήταν η δολοπλόκα θεά που κυρίευε τους ανθρώπους και τους οδηγούσε σε άνομες πράξεις και απατεωνιές. Η καβγατζού Έριδα έσπερνε τη διχόνοια ανάμεσα σε θεούς και σε ανθρώπους. Τα τρομερά παιδιά της ήταν ο Πόνος, η Λήθη (Λησμονιά), ο Λιμός (η Πείνα), οι Μάχες, οι Φόνοι, η Δυσνομία και ο Όρκος, που τόσο πολύ ταλαιπωρούν τους θνητούς στη διάρκεια της ζωής τους.Η Γη (Γαία) που κείτονταν μέσα στο απέραντο Χάος, μετά τη γέννηση του Αιθέρα και της Ημέρας, γέννησε κι αυτή, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ερωτικός πόθος, τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο.Πρώτα πρώτα η Γαία γέννησε τον Ουρανό, που ήταν μεγαλύτερος απ' αυτήν, την περιέβαλλε ολόκληρη και μέσα στον απέραντο θόλο του περιέκλειε όλο το αστρικό σύμπαν.

Ήταν πανέμορφος, θεόρατος και καταγάλανος. Τόσο πολύ γοητεύτηκε η Γαία από τον πρώτο της γιο, που τον ερωτεύτηκε και έσμιξε με το τεράστιο κορμί του. Από την ένωση αυτή προήλθαν αμέτρητοι θεοί.Αφού πέρασε αρκετός καιρός από τη γέννηση του Ουρανού, η Γαία άρχισε πάλι να κοιλοπονάει. 

 

Σε λίγο όμως οι πόνοι έγιναν αφόρητοι· σωστός πόλεμος γινόταν στα έγκατα της Γης, που τρανταζόταν ολόκληρη. Έτσι, μετά από καιρό άρχισαν να ξεφυτρώνουν πάνω στην επιφάνειά της τεράστιοι γίγαντες, απέραντοι και αχανείς με αλλοπρόσαλλα κορμιά. Αυτοί οι γίγαντες ήταν τα τρομερά Όρη. Η Γη ποτέ σε συμπάθησε τα παιδιά της αυτά που τόσο την ταλαιπώρησαν μέχρι να γεννηθούν. Ήταν όμως αναγκασμένη να ζήσει για πάντα μαζί τους και να τα ανέχεται, μια και από τη γέννησή τους ήταν προσκολλημένα πάνω στο τεράστιο σώμα της. Κάθε φορά που προσπαθούσε να τα διώξει από πάνω της φρικτοί πόνοι τη βασάνιζαν. Τελικά η Μάνα Γη αποδέχτηκε τη μοίρα της.

Σελίδες: