Ο Κάμπος του Χωριού μου

ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΧΑΜΟΥΖΑΣ » Ο Κάμπος του Χωριού μου

 Ξανακτίζοντας, στις αναμνήσεις μου, τον κάμπο τού χωριού μου
          «…Κι αναθυμούμαι τα παλιά και… χαίρεται η καρδιά  μου!»
 
                                                           Α.
    Ο Κάμπος τού χωριού μου, Φάνες, είναι το μόνο που απόμεινε ζωντανό, να σαλεύει, ακόμα, στον μέσα κόσμο τής ζωής μου. Αυτός με γέννησε, αυτός μ’ ανάθρεψε. Αυτός μού άπλωσε τα χέρια και στοργικά μ’ αγκάλιασε. Με τις δικές του διδαχές μεγάλωσα. Στο  μεγαλείο της δικής του πλάσης, άνοιξαν και πλάτυναν τού νού  μου οι ορίζοντες. Αυτός της  ζωής μου το πεπρωμένο όρισε!
    Οι θωπείες του, στις πνοές  τού αέρα του  και  στης θάλασσάς  του την αύρα. Οι ανταύγειές του, στο πλήθος των  χρωμάτων του. Οι μυρωδιές του, στις ανάσες των λουλουδιών του με τα μύρια τους αρώματα. Οι κελαηδισμοί των φτερωτών κατοίκων του, στο μαγευτικό τραγούδι τους, κι όλα του τα κάλλη, για μένα τα σπαταλούσε ο κάμπος μας. Πηγή, αστείρευτη, η κάθε ομορφιά του πότιζε, πάντα, την κατάθεση μιας κουλτούρας του, στο είναι μου!
    Σε… μέρες τού καλοκαιριού που, μες στις γλυκές ώρες τής γαλήνης του, ο κάμπος τού χωριού μου αναπαυότανε, που φύλλο δεν κουνιότανε, κι η θάλασσα, τα δέντρα, κι οι τρούμπες  του  κι ο μύλος του, κι όλα του, μες  στης γης την αγκαλιά κοιμόντανε, ένιωθες  να ανεβαίνει, σαν θυμίαμα, η μυρωδιά τών λουλουδιών τής φύσης του, κι άκουες, σαν σ’ απόκοσμους ψαλμούς, το  σήμαντρο  αόρατου ναού, να σε καλεί, να πας  κι εσύ, προσκυνητής, κερί ν’ ανάψεις  στο ιερό… προσκυνητάρι του.
   Στις νύκτες, πάλι, τού ξάστερού του ουρανού που ο θόλος του φάνταζε παράθυρο ανοικτό,  έβλεπα να στήνουνε χορό  τροχιές,  μετέωρες, φωτεινές, διαβολικά ν’ ανάβουν να σβήνουν, σαν θεατρίνοι παίζοντας  μες στου χάους  το  στερέωμα…
    Κι  άγρυπνή η συνείδησή μου, μες στις μυστήριες λειτουργίες, κουβέντα έπιασε με τήν  επτάστερη την Πούλια.  Κι εκείνη τα μυστικά της μ’ αποκάλυψε: « Ο νους σας  από μένα  έχει   μάθει να μετρά τους τόπους,  τις ώρες, τις μέρες, τις εποχές, τους μήνες, τους χρόνους, τούς δρόμους τού Ήλιου και τής Σελήνης. Κι η παιδική μου άγνοια, μες στους κρυφούς της λογισμούς,  τον φωτισμό αναζητώντας,  ξαναρώτησε: «Τί αξίζει  μες στο Σύμπαν η ζωή;»
  Μα, ακόμα, τού χάους  η Σιωπή, απάντηση δεν έδωσε. Μετέωρο κι αναπάντητο μένει,  ώς τώρα,  το  φοβερό τούτο και  μυστήριο ερώτημα…
    Όμως, η προγονική μας η Σοφία, η κομμένη από την…ίδια, την πέτρα τού  Λόγου και Θεού, ξεκάθαρα, όρισε: « Η μόνη αξία στην ζωή: Να συμφωνούν τα λόγια με τις πράξεις σου!»
«Η  Γνώση σου κι η Αρετή σου αντάμα να πηγαίνουνε. Κι όμοια με το αθάνατο ρολόι τού Σύμπαντος, πάντα, μες στον ρυθμό τής…  Εντιμότητας, να ζεις! »
                  «Να… τί αξίζει στο Σύμπαν η…ζωή !»
   Όλα, όσα έζησα στον κάμπο τού χωριού μου, κάτω από τον θόλο τού δικού του ουρανού, όλα, γραμμένα ανάγλυφα, στην πλάκα τής καρδιάς μου με το υπερκόσμιο κοντύλι τής  δικής του τέχνης και σοφίας, σχολειό παιδείας μού ’γιναν. Αυτά τού λογισμού και τής ψυχής τις σκέψεις βάθυναν. Τα πάντα του  και, σήμερα, πάρκο χαράς και  ξανανιώματος μού γίνονται!
Ο κάμπος τού χωριού μου, αυτός με γέννησε, αυτός μ’ ανάθρεψε, αυτός μού άνοιξε τα χέρια και… στοργικά μ’ αγάπησε!
                                       20-7-2014
 
                                                       
                                                    Β.
                                                                                                          
 Το τραγούδι  τού κάμπου  μας, στις… σελίδες των παιδικών μου αναμνήσεων.
 
                                                      Με…  « Τραγουδιστή…τον τζίτζικα και βιολιστή τον…Φλούρο τού χωριού μας, στήναν, παντού, στον κάμπο μας,  χορό  τα  μελισσόπουλα…»
 
                                       ΟΙ    ΦΑΝΕΣ…την ημέρα:
 
 Μια φύση, πάντα, γελαστή φωτοπλημμυρισμένη.  Κρυστάλλινα έχει τα νερά, σ’ ολανθισμένο κάμπο! Σπιθοβολούν τα χρώματα στού ήλιου τή λαμπράδα!  Χάνεσαι μες στις μυρωδιές, στα πράσινα λιβάδια...
 Στις λυγαριές, στις χαντακιές, μες στ’ άγρια τά λουλούδια, ακούς τραγούδια των πουλιών, των μελισσών  τούς βόμβους, και μαγεμένη σου  η ψυχή,  στην μέσα της   κατάνυξη, βιώνει ψαλμούς και όρθρους!
 Μα…στο καταμεσήμερο, που…όλα ησυχάζουν και τα τζιτζίκια σταματούν και τα πουλιά  λουφάζουν  κι η φύση αναπαύεται κι όλη ζωή σιωπάει, ο  Φλώρος, μόνος  άγρυπνος, γλυκόλαλα,  στη… σιγαλιά τραγούδι… αρχινάει:
 
               Ντίννν… ντί… ουρίου- ρίου--Ντίννν…ντί… ουρίου-- ρίου!
 
                           Και  τής ανάσας του  η πνοή στα σύννεφα το… πάει!
 
       « Ε…! Ξυπνήστε όλοι, γύρω μου, και ξανακούστε πάλι!…»
                              Ετούτη είναι η…ζωή…
 
…            Ντίννν…ντί ουρίου- ρίου—Ντίννν…λντί...ουρίου--ρίου!
                                           
                          Κι η θάλασσα, στον φλοίσβο της, τό… ίσον  τού… κρατάει!
                                                         
                                       ΟΙ   ΦΑΝΕΣ...την νύχτα:
 
 Χαμογελά ο ουρανός…στο βραδινό  του χρώμα. Μ’ αν έρθει νύχτα  ξαστεριάς, μ’ ολόγεμο φεγγάρι, κουβέντα στήνουν οι πηγές με τα στοιχειά τού κάμπου. Νεράιδες πιάνουνε χορό σε μυρωμένο δάσος.  Στις ρένες  βάτραχοι λαλούν, στα δέντρα  νυχτοπούλια κι η κουκουβάγια η φρόνιμη, που όλα τα μετράει, ακούει…βλέπει… σκεπτική και … όλα τα… νογάει!
 Και…το τσιρίκλι* το μικρό, τ’ ανήσυχο και νευρικό, που όλο ξενυχτάει, πάντα  στην
ίδια την χορδή, μονότονα, ολονυχτίς, όλο γρύ…γρύ—γρύ—γρύ--γρύ… σεκόντο…τούς κρατάει!