Newsletter

Χριστούγεννα

ΦΑΝΕΣ » Ήθη και Έθιμα » Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα,  Κάλαντα Χριστουγέννων,  Παινέματα

        από την Ελευθερία και τον Απόστολο Ι. Κυριατσούλη

 Οι γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Θεοφανείων και του Αγίου Ιωάννου διαρκούν δεκαπέντε ημέρες. Σ’ όλο τον χριστιανικό κόσμο μικροί και μεγάλοι περιμένουμε να έρθουν αυτές οι άγιες μέρες. Στα πιο παλιά χρόνια, η ανυπομονησία ήταν μεγαλύτερη, επειδή οι γονείς και οι παππούδες μας δεν είχαν πολλές ευκαιρίες για διασκέδαση και ξεφάντωμα. Και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που τους έκανε να νοιώθουν και να ζουν πιο έντονα το κάθε τι που συνέβαινε μέσα σ’ αυτήν την περίοδο, απ’ ότι εμείς οι σημερινοί.

Αλλά και εμείς που είμαστε μιας κάποιας ηλικίας, αναπολούμε με ευχαρίστηση τα όσα ζήσαμε σαν παιδιά και σαν νέοι εκείνα τα χρόνια που μας άφησαν ευχάριστες αναμνήσεις και τις διηγούμαστε σε κάθε ευκαιρία στα παιδιά και στα εγγόνια μας.

                                                                           Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Υ Γ Ε Ν Ν Α

 Οι προετοιμασίες για τις γιορτές των Χριστουγέννων άρχιζαν πολύ νωρίς. Και επειδή το χωριό μας μαζί με την Έμπωνα ήταν τα μεγαλύτερα σταφυλοπαραγωγά χωριά της Ρόδου και αφού είχε και το πρώτο εργοστάσιο της Κ.Α.Ι.Ρ., την εποχή του τρύγου φρόντιζαν και γέμιζαν τις ταμουζάνες (νταμιτζάνες) τους με κρασί, που ήταν το κυριότερο κέρασμα της εποχής.

Όπως είναι γνωστό η νηστεία των Χριστουγέννων, το σαραντάμερο, αρχίζει στις 15 Νοεμβρίου. Η τελευταία μέρα που έτρωγαν κρέας ήταν του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου) και την παρομοίαζαν με αποκριά, αφού μας έλεγαν ότι ο φτωχός Φίλιππος έσφαξε το βόδι του για να αποκριώσει (αφού δεν είχε άλλο κρέας) και το πρωί το βρήκε στον αχυρώνα του.

Μέσα στο σαραντάμερο έχουμε και τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα στις 30 Νοεμβρίου. Την παραμονή ακόμα και σήμερα φτιάχνουν λουκουμάδες και κατιμέρια.  

Τα κατιμέρια είναι φύλλο από ζύμη που γεμίζεται με καρύδια ψιλοκομμένα, τηγανίζεται, σιροπιάζεται και το πασπαλίζουμε με σουσάμι.

Με τους λουκουμάδες άρχιζαν ν’ ασχολούνται από το πρωί, γιατί τους έφτιαχναν με ζυμάρι και χρειαζόταν χρόνος για ν’ ανέβει.

Το βράδυ η οικογένεια καθόταν στη τσιμιά (ο χώρος μπροστά από το τζάκι). Οι γυναίκες του σπιτιού ήταν στο κούμελτο (τζάκι) για να ψήσουν στη φωτιά τους λουκουμάδες. Και για να είναι τα παιδιά μακριά από το καυτό λάδι τα φοβέριζαν, «ότι θα τα πιάσει ο κάος (καλικάτζαρος), που θα κατέβει που τον αλαφάντη (καπνοδόχος) με το καλαθάκι του για να πάρει τους λουκουμάους». 

Οι κάοι (οι γνωστοί καλικάτζαροι, που κόβουν το δέντρο της γης), σύμφωνα με την παράδοση, γίνονταν αέρας και μπορούσαν να μπαίνουν οπουδήποτε από μια σχισμή ή τρύπα. Η δράση τους άρχιζε το σαραντάμερο, δηλαδή 15 Νοεμβρίου  και τελείωνε των Φωτών με τον αγιασμό.

Αυτοί έκαναν κακό σε μωρά, έγκυες και σ’ άλλα πρόσωπα. Γι’ αυτό σ’ όλα τα σπίτια πίσω από την πόρτα κρεμούσαν ένα κομμάτι δίχτυ. Έτσι όταν πήγαιναν οι κάοι δεν μπορούσαν να μπουν, αν δεν μετρούσαν πρώτα όλους τους κόμπους του διχτυού. Με αυτόν τον τρόπο δυσκολεύονταν να μετρήσουν σωστά και έτσι περνούσαν τα μεσάνυχτα και οι πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες κατά τις οποίες οι κάοι είχαν δικαίωμα για δράση, και έτσι δεν μπορούσαν πια να κάνουν κακό. Με τον αγιασμό των Φωτών εξαφανίζονταν, για να εμφανιστούν πάλι το σαραντάμερο της άλλης χρονιάς.   

Όλες σχεδόν οι οικογένειες έθρεφαν και από ένα κουσκουνάκι (γουρουνάκι) για να το σφάξουν τις παραμονές των Χριστουγέννων, και να χουν αρκετό κρέας για τις γιορτές. Έβραζαν το κεφάλι του χοίρου και έβαζαν τη σούπα, με μπόλικο λεμόνι, κύμινο και πιπέρι στα πιάτα για να πήξει και να γίνει η πηχτή, την οποία κάνουμε και σήμερα.

Έλιωναν το λίπος από ορισμένο κομμάτι του ζώου, τα βασιλικά, και έφτιαχναν το βούτυρο μαζί με κομματάκια καβουρδισμένου κρέατος, τα τσιρίγκια, και το ονόμαζαν χοιρόμιλτα. Την χρησιμοποιούσαν στα φαγητά ή την αλοίφανε πάνω σε φέτα ψωμιού.

Τα έντερα του χοίρου, αφού τα καθάριζαν, τα έκαναν γεμιστά με ρύζι, συκώτι, πιπέρι, κύμινο και έφτιαχναν τους λεγόμενους κολοσοφάους. Όλα ήταν νόστιμα και αγνά. Άλλο μέρος από το κρέας το καβούρδιζαν και το φυλάγανε στο φανάρι, αφού δεν υπήρχαν ψυγεία. Το υπόλοιπο το μοίραζαν σε συγγενείς και φίλους.

Τα γλυκά των ημερών ήταν οι κουραμπιέδες με το ανθόνερο και τα μελομακάρουνα με καβουρδισμένο σουσάμι, που τα έλεγαν φοινίκια.

Πάνω στον μεσαίο πάγκο, στο μακροτοίχι, ήταν στολισμένο το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Ο παππούς ή ο πατέρας έκοβαν το δεντράκι από το βουνό με τον ταχρά τους, το έβαζαν σ’ ένα τσουβάλι και το κουβαλούσαν κρυφά, γιατί απαγορευόταν να κόβουν κυπαρίσσια.   

Σελίδες:
 
             
               
    Διαχειριστής Σελίδας - Ρουβήμ Καρασάββας: Τηλ. 6979014331 Email: rouvim@oprodromos.com

  Πρόεδος Πολιτιστικού - Εμμανουήλ Γκουσιόπουλος: Τηλ. 6946087109
Email: info@oprodromos.com